Αυτή η νύχτα μένει στο ΚΘΒΕ
Αυτή η νύχτα μένει στο ΚΘΒΕ
Μυρωδιά αλκοόλ. Νέον. Μνήμη σε αποσύνθεση.
Η παράσταση Αυτή η νύχτα μένει του Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, σε σκηνοθεσία Αστέριος Πελτέκης, επιχειρεί κάτι απαιτητικό: να μεταφέρει επί σκηνής όχι απλώς το περιβάλλον των σκυλάδικων της δεκαετίας του ’90, αλλά τον ιδιαίτερο χρονορυθμό τους. Εκεί όπου όλα μοιάζουν να κυλούν ταυτόχρονα αργά και γρήγορα· όπου η ένταση και η αδράνεια συνυπάρχουν. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμα της παράστασης: αποδίδει με ακρίβεια τον ρυθμό της νύχτας ως βιωματική εμπειρία.
Η διάρκεια είναι μεγάλη — και σε σημεία η παράσταση κάνει κοιλιά. Υπάρχουν δραματουργικά κενά και επαναλήψεις στην αφήγηση που θα μπορούσαν να έχουν περιοριστεί ώστε να διατηρηθεί η ένταση. Όμως, παρά τις αδυναμίες αυτές, η ατμόσφαιρα λειτουργεί με συνέπεια. Αν υπήρχε και η γνώριμη μυρωδιά της κλεισούρας, της μούχλας και του αλκοόλ, θα νόμιζες πως μεταφέρθηκες ολοκληρωτικά σε εκείνον τον -για μένα αποκρουστικό αλλά ιστορικά αληθινό- χωροχρόνο της επαρχιακής διασκέδασης.
Η παράσταση δεν εξωραΐζει. Αντίθετα, αναδεικνύει την αυθεντικότητα, τον κυνισμό και τη σαπίλα ενός κόσμου που υπήρξε και διαμόρφωσε συνειδήσεις. Η εναλλαγή ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό κρατά ζωντανό τον παλμό της σκηνικής δράσης. Το γέλιο λειτουργεί συχνά σαν προθάλαμος μιας πιο σκοτεινής συνειδητοποίησης.
![]() |
Οι περισσότεροι ηθοποιοί ανταποκρίνονται επαρκώς στην πρόκληση της εναλλαγής πολλαπλών ρόλων. Ιδιαίτερα η Εύη Σαρμή και η Πηνελόπη Σεργουνιώτη στους ρόλους των βεντετών Μαρίνας και Κατερίνας δεν προσφέρουν απλώς δυνατές φωνές - ιχνογραφούν χαρακτήρες με βάθος, αποδίδοντας τόσο το γενικό περίγραμμα όσο και τις λεπτές αποχρώσεις των απαιτητικών αυτών ρόλων. Η παρουσία τους λειτουργεί ως πυρήνας της σκηνικής ενέργειας.
Δυνατή και η σκηνή του βιασμού, τοποθετημένη στο πίσω μέρος της σκηνής, ως διαρκές σχόλιο για τη συστηματική κακοποίηση των γυναικών σε αυτούς τους χώρους. Η στιγμή αυτή δεν λειτουργεί ως φτηνός εντυπωσιασμός· λειτουργεί σαν μαχαιριά στο στομάχι, υπενθυμίζοντας ότι η νύχτα δεν είναι μόνο λάμψη και μουσική αλλά και σκοτάδι.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στον Γιάννη Μόχλα. Παρότι οι σκηνικές του εμφανίσεις δεν έχουν την έκταση των κεντρικών ρόλων, λειτουργούν ως άγκυρες νατουραλισμού μέσα στο θεαματικό σύμπαν της παράστασης. Με εσωτερική οικονομία, καθαρό ρυθμό και μια χαμηλόφωνη ακρίβεια, σκιαγραφεί τύπους που δεν επιδιώκουν τη θεατρική υπερβολή αλλά ενσαρκώνουν τη σιωπηλή κανονικότητα της εποχής. Η παρουσία του δεν κραυγάζει· εδραιώνει. Και ακριβώς γι’ αυτό ενισχύει τη συνολική αίσθηση αυθεντικότητας, ισορροπώντας τη σκηνική υπερβολή με μια σχεδόν ντοκιμαντερίστικη αλήθεια.
Η εισβολή του ντοκουμέντου —με τις αφηγήσεις των γερασμένων πια ονομάτων της εποχής— θα μπορούσε να ενταχθεί πιο οργανικά στη ροή. Σε ορισμένα σημεία μοιάζει μετέωρη, σαν να διακόπτει αντί να διαπερνά τη δράση. Παρ’ όλα αυτά, η πρόθεση είναι σαφής: να συνδεθεί η μυθοπλασία με τη μαρτυρία.
Σε τελική ανάλυση, πρόκειται για μια παράσταση που δημιουργεί νήμα σύνδεσης. Οι παλαιότεροι συναντούν τα νεανικά τους ίχνη —όχι κατ’ ανάγκη με νοσταλγία αλλά με επίγνωση. Οι νεότεροι έρχονται σε επαφή με μια ιστορία που δεν τους παραδίδεται εξωραϊσμένη. Η σκηνοθεσία του Πελτέκη μετατρέπει τη νύχτα των ’90s σε κοινή εμπειρία μνήμης, αποκαλύπτοντας την αυθεντικότητα και τη σαπίλα μιας ολόκληρης εποχής. Και ίσως αυτό είναι που τελικά έχει σημασία: δεν παρακολουθείς απλώς μια αναπαράσταση· συμμετέχεις σε μια συλλογική ανάμνηση.
Είναι ένα είδος θεάματος που —με όλες του τις αδυναμίες— χρειαζόμαστε. Γιατί μας αναγκάζει να κοιτάξουμε χωρίς φίλτρα έναν κόσμο που διαμόρφωσε τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Και αυτό, από μόνο του, είναι πράξη σύνδεσης.
Έλενα Σταματοπούλου

Comments
Post a Comment