VANYA: Ρεσιτάλ υποκριτικής, έλλειμμα δραματουργίας
Το τελευταίο διάστημα είδα αρκετές παραστάσεις που ήθελα να σχολιάσω, αλλά ο χρόνος —και κυρίως η κόπωση— δεν μου το επέτρεψαν. Προτίμησα τη σιωπή από το να γράψω βιαστικά ή διεκπεραιωτικά. Επιστρέφω τώρα σε μία από αυτές, όχι επειδή «έπρεπε», αλλά επειδή το Vanya άνοιξε ερωτήματα που αξίζουν να ειπωθούν, ακόμη κι αν έρχονται καθυστερημένα.
Κριτικό σημείωμα για το Vanya του Simon Stephens
(διασκευή πάνω στον Θείο Βάνια του Αντόν Τσέχωφ)
Η παράσταση Vanya, σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Ραπτοτάσιου και ερμηνεία του Γιώργου Καραμίχου, είναι αναμφίβολα ένα υποκριτικό επίτευγμα. Ο Καραμίχος φέρνει εις πέρας ένα ακροβατικά δύσκολο εγχείρημα: οκτώ ρόλοι, συνεχείς μετατοπίσεις φύλου, ηλικίας, ψυχικής κατάστασης και ρυθμού, με τεχνική ακρίβεια, σωματικό έλεγχο και καθαρή άρθρωση. Πρόκειται για ρεσιτάλ δεξιοτεχνίας, και αυτό δεν αμφισβητείται.
Το ερώτημα όμως δεν είναι αν μπορεί, αλλά γιατί πρέπει.
Η βασική σκηνοθετική και δραματουργική επιλογή —όλοι οι ρόλοι να ενσαρκώνονται από έναν ηθοποιό— παραμένει ατεκμηρίωτη σε επίπεδο νοήματος. Τι προσθέτει αυτή η σύλληψη στον Θείο Βάνια; Ποια νέα ανάγνωση του τσεχωφικού σύμπαντος γεννά; Η απάντηση μοιάζει να εξαντλείται στον εντυπωσιασμό και στην επίδειξη πρωτοτυπίας. Και αυτό δεν αρκεί. Η ιστορία των παραστατικών τεχνών—από τον Ζωρζ Μελιές και τον Άνθρωπο Ορχήστρα έως σύγχρονες solo performances— έχει ήδη εξαντλήσει το εύρημα του «πολλοί ρόλοι σε ένα σώμα».
Το τίμημα αυτής της επιλογής είναι σαφές: για να παραμείνουν αναγνωρίσιμοι οι χαρακτήρες, ο ηθοποιός αναγκάζεται να τους σκιτσάρει με απόλυτη καθαρότητα. Το αποτέλεσμα, σε αρκετές στιγμές, γλιστρά επικίνδυνα προς την καρικατούρα. Η σύγκριση με τους Δέκα Μικρούς Μήτσους δεν είναι άδικη: η ταχύτητα και η σχηματοποίηση παράγουν κωμικό αποτέλεσμα, αλλά αποδυναμώνουν τη δραματουργική πολυπλοκότητα και τη σιωπηλή τραγικότητα του Τσέχωφ.
Αντίστοιχα προβληματική είναι και η επιλογή του σκηνικού χώρου: ένα σούπερ μάρκετ. Ναι, εξυπηρετεί πρακτικά τη χρήση αντικειμένων. Όχι, δεν αρκεί ως δραματουργική πρόταση. Το σχόλιο στην καταναλωτική κοινωνία, ιδίως με αυτόν τον σχηματικό τρόπο, μοιάζει πλέον παρωχημένο και ρηχό. Δεν συνομιλεί ουσιαστικά ούτε με τον Τσέχωφ ούτε με το παρόν.
Υπάρχουν, βεβαίως, στιγμές όπου αναδεικνύεται ο διττός χαρακτήρας του τσεχωφικού κόσμου —το κωμικό και το τραγικό σε συνεχή συνύπαρξη. Ωστόσο, παραμένει ασαφές αν αυτή η ισορροπία προκύπτει οργανικά από τη δραματουργία ή αν είναι προϊόν της υποκριτικής ευφυΐας του Καραμίχου που «σώζει» το υλικό.
Ζούμε σε μια εποχή υπερπληροφόρησης, θεαματικής κόπωσης και δημιουργικής στειρότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, η τέχνη οφείλει να λειτουργεί ως κόμβος σύνδεσης και επικοινωνίας, να μοιράζεται, όχι απλώς να επιδεικνύει τεχνική αρτιότητα. Η συγκεκριμένη παράσταση, παρά τις καλές προθέσεις και την αδιαμφισβήτητη ποιότητα της ερμηνείας, δεν κατάφερε να δημιουργήσει ουσιαστική σύναψη.
Ως άσκηση υποκριτικής ή ως lecture performance, το Vanya έχει ενδιαφέρον. Ως ολοκληρωμένη δραματουργική πρόταση πάνω στον Θείο Βάνια, αφήνει ένα κενό που κανένα τέχνασμα δεν μπορεί να καλύψει χωρίς βάθος.
Έλενα Σταματοπούλου (Lilith)
(Να σημειώσω ότι από εδώ και πέρα θα υπογράφω τα κείμενά μου με το όνομά μου και, σε παρένθεση, το ψευδώνυμο με το οποίο υπέγραφα στο έντυπο της Facta Non Verba στα 27 του τεύχη από το 2002. Όχι από νοσταλγία, αλλά από συνέπεια. Το παρελθόν δεν είναι πίσω μου· είναι κάτω από τα πόδια μου, σαν μυκήλιο. Τρέφει το τώρα, το διαπερνά, το συνδέει. Η γραφή μου δεν αλλάζει πρόσωπο — απλώς δηλώνει τις ρίζες της.)
Μήπως τελικά αυτή η ατεκμηρίωτη -όπως λέτε -επιλογή της ερμηνείας πολλών ρόλων από το ίδιο πρόσωπο, που τόσο συχνά επιλέγεται τα τελευταία χρόνια, έχει να κάνει με την αδυναμία να υπάρξουν οικονομικά πολυπληθείς θίασοι, οπότε ποντάρουν στο «όνομα» και στη δυναμική ενός ηθοποιού για να φέρει έσοδα;
ReplyDeleteΠολύ πιθανό. Ένας συνδυασμός πραγμάτων ισχύει σχεδόν πάντα.
Delete