Δον Ζουάν: Ο Αντιήρωας ως Merchandise του Πάνου Βλάχου


Δον Ζουάν: Ο Αντιήρωας ως Merchandise

Ηθικός εκβιασμός και pop ανατρεπτικότητα

No Future για τον Δον Ζουάν
Από τον υπαρξιακό μηδενισμό στο ασφαλές star system 

Ο Δον Ζουάν ζωντανεύει στη σκηνή του Θεάτρου Βεάκη - SVOICE 

Είδα τον Δον Ζουάν στο Θέατρο «Αριστοτέλειον» στη Θεσσαλονίκη και άφησα να περάσουν λίγες μέρες πριν γράψω. Όταν μια παράσταση σε εκνευρίζει, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να γράψεις από το θυμικό και όχι μετά από τη σκέψη. Και κάτι τέτοιο δεν θα μου άρεζε. Όμως εδώ το πρόβλημα δεν είναι προσωπικό. Είναι αισθητικό και βαθιά πολιτικό. Και τελικά στενάχωρο.

Ο Δον Ζουάν του Μολιέρου δεν είναι ένας απλός γυναικοκατακτητής. Είναι το τέκνο της νεωτερικότητας. Ένας αριστοκράτης που αμφισβητεί θεσμό, ηθική, θεϊκή τάξη. Η αθεΐα του δεν είναι lifestyle. Είναι υπαρξιακή ρήξη. Γι’ αυτό και στο τέλος τιμωρείται: όχι επειδή είναι σεξιστής, αλλά επειδή αμφισβητεί το ίδιο το θεμέλιο της κοινωνικής συνοχής.

Στη σύγχρονη σκηνική εκδοχή με τον Πάνο Βλάχο, σε σκηνοθεσία Λητούς Τριανταφυλλίδου, ο μύθος επανεξετάζεται με πρόθεση -όπως δηλώνεται- να σχολιαστεί η θέση του άντρα σήμερα, η πατριαρχία, ο καπιταλισμός, η θρησκεία. Ωραία ως πρόθεση. Ωραιότατη. Αλλά από μόνη της, δεν αρκεί. Το ερώτημα είναι: με τι εργαλεία;

Όταν επιχειρείς να σατιρίσεις εξουσιαστικά συστήματα, δεν αρκεί να τα κατονομάζεις. Να προσπαθείς να αποδώσεις τα περιγράμματά τους. Δεν τα αποδομείς με glitter, κομφετί, κιθάρα και γυμνά πουδραρισμένα σώματα που ποντάρουν στο star effect. Η πρόκληση χωρίς ρίσκο δεν είναι πρόκληση· είναι εμπορική ασφάλεια. Γνωστή και πετυχημένη εμπορική συνταγή.

Eίδαμε τον Πάνο Βλάχο ως «Δον Ζουάν» στο θέατρο Βεάκη - Dnews 

Το πρόβλημα δεν είναι το χιούμορ. Το πρόβλημα είναι η ευκολία. Ένα χιούμορ τύπου κακής επιθεώρησης -σχεδόν «σεφερλιδικό» στην κατασκευή του- που εκβιάζει το γέλιο και στη συνέχεια στρέφεται προς το κοινό με μια υπαινικτική επίπληξη: γελάσατε άρα είστε συνένοχοι. Αυτό είναι προσβλητικό.

Εδώ εντοπίζω το βασικό πρόβλημα και την κύρια ένστασή μου: μια υπόγεια επιθετικότητα προς τον θεατή. Δεν μπορείς να καλείς ανθρώπους να έρθουν να δούνε την παράστασή σου και έπειτα να τους υπονοείς ότι είναι συνένοχοι της πατριαρχίας επειδή ανταποκρίθηκαν κωμικά σε μια σκηνή που εσύ έστησες για να γελάσουν. Αυτό δεν είναι πολιτική χειρονομία. Είναι ηθικός εκβιασμός. Είναι αγένεια.

Αν η παράσταση ήταν δομημένη ως lecture performance, με σαφή διάκριση ανάμεσα στο performative κομμάτι και σε μια μετα-ανάλυση της ίδιας της διαδικασίας -αν έσπαγε ουσιαστικά τον τέταρτο τοίχο και όχι απλώς σκηνικά- θα υπήρχε έδαφος διαλόγου. Θα κάναμε άλλη συζήτηση. Θα ήταν μια πραγματικά καλή ιδέα που θα εξυπηρετούσε τον στόχο της. Πιθανότατα να χειροκροτούσα με ενθουσιασμό όπως έκανα στον Τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού κάποια χρόνια πριν. Τώρα, όμως, η «αποδόμηση» μένει επιφανειακή. Αναπαράγει το star system που υποτίθεται ότι σατιρίζει. 

Και εδώ βρίσκεται η βασική μου ένσταση: η ελιτίστικη ματιά που μαστίζει τον προοδευτικό χώρο. Επαναλαμβάνω, όταν καλείς ανθρώπους να δουν την παράστασή σου, πληρώνοντας μάλιστα ένα τσουχτερό εισιτήριο, στους δύσκολους καιρούς που ζούμε. δεν μπορείς να τους αντιμετωπίζεις σαν αφελείς, για να μην πω καμία άλλη λέξη, που χρειάζονται διαφώτιση. Η πολιτική τέχνη δεν επιτίθεται στο κοινό της. Το συμπαρασύρει. Το εκθέτει μαζί της, όχι απέναντί της. Στόχος της δεν είναι να κατακρίνει το κοινό αλλά να καταδείξει τα κακώς κείμενα. Να το «διδάξει». Έχω σταματήσει εδώ και καιρό να πιστεύω στη διδακτική τέχνη, γι' αυτό και δεν την κάνω πια. Αλλά ένα μπορώ να πω με σιγουριά. Δεν διδάσκεις κανέναν, υποτιμώντας τον.

Και για να γυρίσουμε και στο ίδιο το έργο, μιας και πιάσαμε τα περί διδαχής. Ο Δον Ζουάν είναι διαχρονικό σύμβολο για τρεις λόγους. Πρώτον, ενσαρκώνει την ελευθερία χωρίς ευθύνη, την ακραία ατομικότητα που αρνείται κάθε δεσμό. Δεύτερον, προτείνει τον ηδονισμό ως φιλοσοφία, όχι απλώς ως ερωτισμό αλλά ως υπαρξιακή άρνηση της μετά θάνατον ηθικής. Και τρίτον, εκφράζει την αμφισβήτηση της εξουσίας, μέσα από τη σύγκρουσή του με τον Θεό και το κοινωνικό συμβόλαιο.

Και γι’ αυτό ακριβώς ο Δον Ζουάν δεν αντέχει τη χλιαρότητα. Δεν είναι motivational poster για την «ελευθερία», ούτε case study για να κάνουμε tick στα κουτάκια πατριαρχία–καπιταλισμός–θρησκεία. Είναι εσωτερικό σπάσιμο. Είναι το “no future” του 17ου αιώνα. Ένας άνθρωπος που καίει γέφυρες χωρίς σχέδιο διαφυγής, που δεν ζητάει συγχώρεση, που δεν εξηγείται. Αν τον κάνεις απλώς όχημα για διδαχή, τον ευνουχίζεις. Αν τον μετατρέψεις σε σκηνικό εργαλείο για να νουθετήσεις το κοινό, τον εξημερώνεις. Και ο Δον Ζουάν εξημερωμένος είναι αντίφαση. Γιατί η ουσία του δεν είναι να μας πει τι είναι σωστό. Είναι να μας πετάξει στο κενό χωρίς εγγυήσεις. 

Σήμερα, ο Δον Ζουάν θα μπορούσε να διαβαστεί ως το αρχετυπικό male privilege που καταρρέει. Ή ως ο τελευταίος ρομαντικός αναρχικός. Ή ως influencer της αυτοπροβολής. Όμως για να λειτουργήσει σκηνικά, χρειάζεται βάθος. Χρειάζεται οδύνη. Χρειάζεται υπαρξιακό κόστος. Όταν ο μύθος μετατρέπεται σε pop performance με πολιτικές νύξεις, χωρίς ουσιαστική ρήξη, το αποτέλεσμα είναι αυτό που φοβάμαι περισσότερο: μια ασφαλής ρητορική για «επανάσταση» που δεν ενοχλεί κανέναν.

Η επιτυχία της παράστασης – δύο χρόνια γεμάτες αίθουσες – με κάνει να αναρωτιέμαι: συγκινεί επειδή ασκεί κριτική ή επειδή επιβεβαιώνει μια γνώριμη, εύπεπτη αισθητική; Δεν έχω βεβαιότητα. Έχω όμως την αίσθηση, αδιαμφισβήτητα, ότι το θέαμα υπερίσχυσε της σκέψης.

 Η ελευθερία δεν είναι spotlight. Δεν είναι decibel. Δεν είναι γυμνό σώμα κάτω από προβολείς. Είναι υπόγεια κίνηση. Σαν μυκήλιο που τόσο πολύ αγαπώ. Αόρατη, επίμονη, απείθαρχη. Δεν κάνει θόρυβο -μετασχηματίζει. Δεν φωνάζει συνθήματα -συνδέει χάσματα. Δεν πουλάει επανάσταση- τη ριζώνει. Και αν το θέατρο θέλει να είναι πράγματι επικίνδυνο, «ο δούρειος ίππος με τον οποίον θα αλώσουμε την πόλη», που έλεγε και ο Julian Beck, ας σταματήσει να ποζάρει στο φως. Ας δουλέψει στο σκοτάδι του είναι.

 Ποιος είναι τελικά ο Δον Ζουάν του Πάνου Βλάχου; - Newsbeast

Και εδώ θέλω να σταθώ λίγο περισσότερο, όχι θεωρητικά αλλά προσωπικά. Έχω αφιερώσει τη μισή μου ζωή προσπαθώντας να κάνω πολιτικό θέατρο. Όχι πολιτικό ως διακόσμηση, ούτε ως hashtag. Πολιτικό ως υπαρξιακή συνθήκη. Με συλλογικότητες, με συγκρούσεις, με αποτυχίες, με αδιέξοδα. Και αυτό που κατάλαβα –με κόστος– είναι ότι δεν έχει κανένα νόημα να βγαίνεις στη σκηνή για να «διδάξεις» κοινωνική συνείδηση, αν δεν έχεις πρώτα παλέψει με τα δικά σου ταυτοτικά ρήγματα.

Δεν μπορείς να καταγγέλλεις την πατριαρχία, αν δεν έχεις κοιτάξει πού κατοικεί μέσα σου. Δεν μπορείς να μιλάς για ελευθερία, αν δεν έχεις αναμετρηθεί με τη δική σου ανάγκη για αποδοχή. Δεν μπορείς να φωνάζεις ενάντια στο σύστημα, αν λειτουργείς με όρους star system. Το πολιτικό θέατρο δεν είναι ρόλος. Είναι στάση ζωής. Και αυτή η στάση δεν αποκτάται με έξυπνες ατάκες, ούτε με χειροκροτήματα.

Η μεγαλύτερη αυταπάτη της εποχής μας είναι ότι η αισθητική ριζοσπαστικότητα ισοδυναμεί με πολιτική πράξη. Δεν ισοδυναμεί. Μπορεί να είναι απλώς στυλ. Και το στυλ, όταν δεν συνοδεύεται από αυτογνωσία, γίνεται μηχανισμός αναπαραγωγής της ίδιας εξουσίας που υποτίθεται ότι πολεμά.

Αν δεν λύσουμε -ή έστω αν δεν εκθέσουμε-  τα δικά μας ταυτοτικά αδιέξοδα ως καλλιτέχνες, δεν έχουμε καμία ηθική βάση να εκπαιδεύουμε το κοινό. Η σκηνή δεν είναι άμβωνας. Είναι τόπος έκθεσης. Αν δεν ρισκάρεις να φανεί η δική σου χάσκουσα τομή, τότε όλη η «πολιτική» παραμένει ρητορική.

Και ίσως αυτό είναι που με ενόχλησε περισσότερο τελικά. Όχι η πρόθεση. Αλλά η έλλειψη υπαρξιακού κόστους. Το πολιτικό θέατρο, αν είναι πραγματικό, σε αφήνει λιγότερο ασφαλή απ’ ό,τι μπήκες. Σε ξεγυμνώνει πρώτα ως δημιουργό και μετά ως θεατή. Αν δεν συμβεί αυτό, μένουμε σε μια επιφάνεια που μοιάζει ριζοσπαστική, αλλά στην ουσία είναι απολύτως διαχειρίσιμη.

Και η διαχειρίσιμη επανάσταση δεν είναι επανάσταση. Είναι προϊόν.

Έλενα Σταματοπούλου     

Comments

Popular posts from this blog

Όταν χαμήλωσε ο ουρανός του Μιχαήλ Άνθη: Δεν φώναξε. Και γι’ αυτό άκουσα.

«ζ-η-θ ο ξένος» που δεν ήρθε ποτέ

Οι Δελφίνοι ή Καζιμίρ και Φιλιντόρ ή πολιτική αλληγορία της επιτελεσμένης κενότητας