Όταν η ζωή ξεπερνά το Crave: Από το σοκ στη μνήμη του σοκ
Όταν η ζωή ξεπερνά το Crave: Από το σοκ στη μνήμη του σοκ

Η παράσταση Λαχταρώ, βασισμένη στο έργο Crave της Sarah Kane, παίζεται στο φουαγιέ του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος σε σκηνοθεσία της Χριστίνα Χατζηβασιλείου, επιλέγοντας μια λιτή και άμεση σκηνική γλώσσα που παραμένει συνεπής στη φύση του ίδιου του κειμένου.
Το Crave είναι ένα έργο χωρίς πλοκή, χωρίς καθορισμένους χαρακτήρες, χωρίς σαφή τόπο ή χρόνο. Τέσσερις φωνές -A, B, C, M- αρθρώνουν θραύσματα επιθυμίας, τραύματος, μνήμης και ερωτικής απώλειας. Πρόκειται για ένα από τα πιο ποιητικά και ταυτόχρονα πιο ερμητικά έργα της Kane, ένα κείμενο που λειτουργεί περισσότερο ως πολυφωνική συνείδηση παρά ως δραματική δράση.
Η σκηνοθετική προσέγγιση της παράστασης ακολούθησε πιστά αυτή τη λογική. Η επιλογή ενός μικρού χώρου ενίσχυσε την αίσθηση εγγύτητας μεταξύ ηθοποιών και θεατών, ενώ η σκηνοθετική απόφαση οι ερμηνευτές να κοιτούν κατά στιγμές συγκεκριμένους θεατές στα μάτια δημιούργησε στιγμές έντονης αμεσότητας. Η παράσταση επιδίωξε να μετατρέψει τον θεατή από απλό παρατηρητή σε σιωπηλό αποδέκτη της εξομολόγησης. Προσωπική μου άποψη πως το μικρό θέατρο στη Μονή Λαζαριστών θα λειτουργούσε καλύτερα.
Στο επίπεδο των ερμηνειών, το σύνολο των ηθοποιών κινήθηκε με ακρίβεια μέσα στην ιδιαίτερη γλωσσική παρτιτούρα του έργου. Ξεχώρισα ιδιαίτερα την ερμηνεία της Μομώ Βλάχου, η οποία κατάφερε να δώσει στο υλικό μια ένταση που ισορροπούσε ανάμεσα στη σωματική ευθραυστότητα και στην εσωτερική δύναμη. Η παρουσία της δημιούργησε μερικές από τις πιο ζωντανές στιγμές της παράστασης, δίνοντας σάρκα και βάθος σε έναν λόγο που εύκολα μπορεί να παραμείνει αφηρημένος.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο της σκηνικής σύνθεσης αποτέλεσαν τα ηχοτοπία του Φίλιππου Θεοχαρίδη. Σε ένα έργο όπου η γλώσσα λειτουργεί σχεδόν μουσικά, ο ήχος αποκτά δραματουργική σημασία. Σε σκηνές όπως εκείνη όπου η C παίζει με το νερό, το ηχητικό περιβάλλον λειτούργησε σχεδόν ως πέμπτη φωνή της παράστασης, δημιουργώντας μια ποιητική ατμόσφαιρα που ενίσχυε την αίσθηση της εσωτερικής ροής του έργου.
Ωστόσο, η εμπειρία της παράστασης με προβλημάτισε προς μια κατεύθυνση που δεν είχα σκεφτεί πρωτύτερα. Μου έθεσε ένα ευρύτερο ερώτημα: πόσο μπορεί να συγκλονίσει σήμερα το Crave;
Όταν ο Θάνος μου πρωτοδιάβασε τη μετάφραση που είχε κάνει στο Crave το καλοκαίρι του 2002, θυμάμαι ότι με είχε συγκλονίσει. Με είχε σημαδέψει. Η ωμή γλώσσα της Kane, η αφοπλιστική της ειλικρίνεια απέναντι στην επιθυμία, την κατάθλιψη και την ανάγκη για αγάπη, έμοιαζαν τότε αποκαλυπτικές. Το έργο είχε τη δύναμη μιας εξομολόγησης που μόλις είχε τολμήσει να ειπωθεί δημόσια.
Σήμερα όμως το πολιτισμικό τοπίο έχει αλλάξει. Η γλώσσα της ψυχικής ευαλωτότητας, του τραύματος και της κατάθλιψης είναι πλέον πανταχού παρούσα στον δημόσιο λόγο. Τα ζητήματα ψυχικής υγείας συζητούνται ανοιχτά, οι προσωπικές εξομολογήσεις έχουν γίνει μέρος της καθημερινής επικοινωνίας, και η κοινωνία έχει ήδη εξοικειωθεί με μορφές έκφρασης που κάποτε θεωρούνταν ακραίες. Ζούμε σε μια εποχή όπου τα ζητήματα ψυχικής υγείας είναι διάχυτα, ορατά και ειδικά μετά την πανδημία, δεν σταματάνε να πολλαπλασιάζονται.
Υπό αυτή την έννοια, το Crave μοιάζει να ανήκει σε μια προηγούμενη στιγμή ευαισθησίας. Η αποκαλυπτική του ωμότητα δεν έχει πια την ίδια δύναμη σοκ. Δεν είναι βέβαιο ότι μπορεί να συγκλονίσει ένα κοινό που έχει ήδη βιώσει -και συζητήσει- παρόμοιες εμπειρίες στην προσωπική του ζωή και στη δημόσια σφαίρα.
Η παράσταση του ΚΘΒΕ είναι προσεγμένη, ευαίσθητη και συνεπής στο πνεύμα του έργου. Όμως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της εμπειρίας δεν αφορά τελικά τη σκηνοθεσία ή τις ερμηνείες. Αφορά τη συνάντηση ενός σημαντικού θεατρικού κειμένου με μια εποχή που μοιάζει να έχει ήδη διανύσει το συναισθηματικό του τοπίο.
Ίσως λοιπόν το Crave να μην είναι πια ένα έργο που μας αποκαλύπτει κάτι καινούργιο για την ανθρώπινη ευαλωτότητα. Ίσως να είναι πλέον ένα έργο που μας θυμίζει μια στιγμή όπου αυτές οι λέξεις ειπώθηκαν για πρώτη φορά στη σκηνή με τέτοια ένταση.
Και ίσως σήμερα να το ακούμε διαφορετικά:
όχι πια ως σοκ, αλλά ως μνήμη ενός σοκ που κάποτε άλλαξε τον τρόπο που μιλούσαμε για τον πόνο, την επιθυμία και την ανάγκη για αγάπη.
Υπάρχουν έργα που συγκλονίζουν την εποχή τους και έργα που μας θυμίζουν γιατί κάποτε συγκλονιστήκαμε. Το Crave της Sarah Kane ανήκει ίσως και στις δύο κατηγορίες.
Έλενα Σταματοπούλου
Comments
Post a Comment