Τα σπίτια αλλάζουν θέση τη νύχτα: Μια παράσταση για τη συγκρότηση, τη φθορά και τη μνήμη της συλλογικότητας


 

Η παράσταση Τα σπίτια αλλάζουν θέση τη νύχτα της ομάδας Τροχιές, σε σκηνοθεσία της Νοεμή Βασιλειάδου, υπήρξε μια από εκείνες τις σπάνιες θεατρικές εμπειρίες όπου αυτό που μένει τελικά δεν είναι η ανάγκη να αξιολογήσεις, αλλά η ανάγκη να αναγνωρίσεις. Να αναγνωρίσεις ανθρώπους που σέβονται βαθιά αυτό που κάνουν, ο ένας τον άλλον, αλλά και το κοινό στο οποίο απευθύνονται.

Ακόμη και ο ίδιος ο τίτλος της παράστασης λειτουργεί σχεδόν σαν μια ποιητική συμπύκνωση της εμπειρίας της συλλογικότητας. Τα σπίτια αλλάζουν θέση τη νύχτα. Τίποτα δεν παραμένει σταθερό. Οι άνθρωποι μετακινούνται εσωτερικά, οι σχέσεις αναδιατάσσονται, οι κοινότητες μεταμορφώνονται, διαλύονται και επανασυντίθενται. Μετά από κάθε βαθύ συλλογικό βίωμα, τίποτα δεν επιστρέφει πραγματικά στην προηγούμενη θέση του. Ούτε τα σπίτια. Ούτε οι άνθρωποι που κατοικούν μέσα τους.

Η ίδια η σκηνοθέτιδα, σε συνέντευξή της, μιλά για το πώς «κάθε τέλος ενός μαζί χωρίζει τη ζωή σου σε ένα πριν και ένα μετά». Και πράγματι, αυτό ακριβώς διαπερνά την παράσταση: όχι ως θεωρητική θέση, αλλά ως βιωμένη εμπειρία. Ως κάτι που φαίνεται να έχει περάσει μέσα από τα σώματα και τις σχέσεις των ανθρώπων που βρίσκονται πάνω στη σκηνή.

Η σκηνοθεσία της Βασιλειάδου υπήρξε εξαιρετική ακριβώς επειδή δεν προσπάθησε ποτέ να επιβληθεί. Χωρίς ίχνος έπαρσης ή επιδεικτικότητας, χωρίς την αγωνία του εντυπωσιασμού, άφησε χώρο στο ίδιο το συλλογικό σώμα της παράστασης να αναπνεύσει. Και αυτό είναι σπάνιο. Γιατί στις πραγματικά συλλογικές δουλειές δεν υπάρχει η ανάγκη να «ξεχωρίσει» κάτι ως ανώτερο ή πιο λαμπερό. Το σημαντικό είναι η οργανική συνοχή. Το ότι κάθε πρόσωπο κουβαλά το δικό του κομμάτι μέσα σε έναν κοινό παλμό.

Ιδιαίτερα εύστοχη υπήρξε η δραματουργική χρήση του χώρου, των μικροφώνων και του ήχου, ενώ η μουσική του Λιόλιου λειτούργησε ουσιαστικά: όχι ως διακοσμητικό στοιχείο αλλά ως ενεργειακή υπογράμμιση των ρωγμών, των εντάσεων και των συναισθηματικών μετατοπίσεων της παράστασης.

 

Αυτό όμως που έκανε τη δουλειά να ξεχωρίσει ήταν ο τρόπος με τον οποίο προσέγγισε το ζήτημα της συλλογικότητας: πώς χτίζεται, πώς διαλύεται, πώς φθείρεται από τις επιθυμίες, τις προβολές, τις ματαιώσεις και τις ανθρώπινες αντιφάσεις. Η παράσταση δεν αντιμετωπίζει τη συλλογικότητα ως ένα εξιδανικευμένο καταφύγιο, αλλά ως ένα ζωντανό και εύθραυστο πεδίο διαρκούς διαπραγμάτευσης. Ως κάτι που μπορεί να γεννήσει βαθιά ενδυνάμωση, αλλά και εξίσου βαθιά τραύματα όταν καταρρέει.

Ναι, υπήρχαν στιγμές ρομαντισμού ή και αφέλειας -ίσως αναμενόμενες λόγω ηλικίας. Όμως αυτό δεν έχει τελικά ιδιαίτερη σημασία. Γιατί ουσιαστικά, η ομάδα μοιραζόταν προβληματισμούς χωρίς να θεωρεί ότι κατέχει κάποια λύση-πανάκεια. Γιατί όταν ένα έργο αφορά πραγματικά τους ανθρώπους που το δημιουργούν, όταν δεν λειτουργεί κυνικά ή κατασκευασμένα, τότε αποκτά μια αλήθεια που υπερβαίνει τις επιμέρους διαφωνίες, τόσο σε ιδεολογικό όσο και αισθητικό επίπεδο.

Όποιο άτομο έχει υπάρξει μέσα σε συλλογικές διαδικασίες, δεν μπορούσε παρά να αναγνωρίσει τον εαυτό του πάνω στη σκηνή: τα όνειρα που γεννήθηκαν μέσα από το «μαζί», τις συγκρούσεις, τις απογοητεύσεις, την πικρή γεύση που αφήνει η διάλυση μιας κοινότητας, αλλά και τη βαθιά δύναμη που γεννιέται όταν οι άνθρωποι συνδέονται ουσιαστικά και δημιουργούν από κοινού.

Και ίσως εκεί βρίσκεται τελικά και η ουσία του θεάτρου. Όχι στην τελειότητα. Όχι στην επίδειξη δεξιοτήτων. Αλλά στην ικανότητά του να φωτίζει τις ρωγμές της συλλογικής μας ύπαρξης και, έστω προσωρινά, να δημιουργεί έναν χώρο κοινής αναγνώρισης, συγκίνησης και θεραπείας. Γιατί το θέατρο είναι από τη φύση του συλλογικότητα.

Ένα μεγάλο εύγε σε όλη την ομάδα Τροχιές.

 Έλενα Σταματοπούλου        

Comments

Popular posts from this blog

«ζ-η-θ ο ξένος» που δεν ήρθε ποτέ

Οι Δελφίνοι ή Καζιμίρ και Φιλιντόρ ή πολιτική αλληγορία της επιτελεσμένης κενότητας

Ο Κύκλος των Χαμένων Ποιητών: ανάμεσα στη μνήμη και την παρούσα στιγμή