Πέρσες: η αμηχανία μιας παράστασης που δεν αποφάσισε πόσο μακριά θέλει να πάει
Πέρσες: η αμηχανία μιας παράστασης που δεν αποφάσισε πόσο μακριά θέλει να πάει
Είδα τους Πέρσες του Αισχύλου σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη την Κυριακή που μας πέρασε στο Θέατρο Δάσους στα πλαίσια του Φεστιβάλ Δάσους.
Και έμεινα με μια λέξη.
Αμηχανία.
Όχι τη δημιουργική αμηχανία που γεννιέται όταν κάτι αντιστέκεται στην εύκολη ανάγνωση. Μια άλλη αμηχανία: εκείνη που εμφανίζεται όταν μια παράσταση έχει βρει το ερώτημά της, αλλά δεν έχει ακόμη αποφασίσει μέχρι πού είναι διατεθειμένη να ακολουθήσει την απάντηση.
Γιατί εδώ υπάρχει ερώτημα. Και είναι σημαντικό.
Τι κάνουμε σήμερα με τους Πέρσες;
Τι σημαίνει να ανεβάζεις το αρχαιότερο σωζόμενο αντιπολεμικό θεατρικό κείμενο ενώ γύρω μας οι πόλεμοι δεν αποτελούν ιστορική μνήμη αλλά παρόν; Ποιος είναι ο ηττημένος, ποιος ο εισβολέας, ποιος ο πρόσφυγας; Ποιος δικαιούται άσυλο; Και, τελικά, ποιος είναι ο βάρβαρος;
Η παράσταση θέλει να ανοίξει αυτά τα ερωτήματα. Γι' αυτό παρεμβάλλει στο σώμα της τραγωδίας σύγχρονα κείμενα και πολιτικά σχόλια. Προσπαθεί να τραβήξει ένα νήμα από τη Σαλαμίνα μέχρι το τώρα.
Κι εκεί ακριβώς, για μένα, αρχίζει το πρόβλημα.
Γιατί η παράσταση δεν αποφασίζει να κόψει το νήμα που τη δένει με την υποχρέωση να «παρουσιάσει τους Πέρσες».
Κρατάει μεγάλο μέρος του τραγικού κειμένου και ταυτόχρονα θέλει να το διαρρήξει. Θέλει να μιλήσει για το τώρα αλλά επιστρέφει διαρκώς στον Αισχύλο. Τα σύγχρονα κείμενα εισβάλλουν, σχολιάζουν, καταγγέλλουν — και ύστερα υποχωρούν για να συνεχιστεί η τραγωδία.
Έτσι, αντί τα δύο υλικά να συγκρουστούν πραγματικά και από τη σύγκρουσή τους να παραχθεί ένα τρίτο πράγμα, παραμένουν συχνά το ένα δίπλα στο άλλο.
Αισχύλος. Παρέμβαση. Αισχύλος. Σχόλιο. Αισχύλος. Παρόν.
Και κάπου ανάμεσά τους, η παράσταση μοιάζει να ρωτά ακόμη τον εαυτό της τι ακριβώς θέλει να γίνει.
Εδώ θα ήθελα περισσότερη βία.
Όχι σκηνική βία.
Δραματουργική.
Θα ήθελα ο Θεοδωρίδης να εμπιστευτεί περισσότερο την ίδια του την ιδέα. Να τολμήσει να κρατήσει ακόμη και ελάχιστα θραύσματα από τον Αισχύλο, αν αυτό χρειάζεται. Να αφήσει τα σύγχρονα πολιτικά υλικά να εισβάλουν πραγματικά στην τραγωδία, να την τραυματίσουν, να την αποσυναρμολογήσουν, να τη μολύνουν.
Γιατί τότε το ερώτημα «ποιος είναι ο βάρβαρος;» θα μπορούσε να πάψει να είναι σχόλιο πάνω στους Πέρσες και να γίνει η ίδια η μηχανή της παράστασης.
Και τότε η αντιπολεμική της θέση δεν θα χρειαζόταν να δηλώνεται. Θα παραγόταν από τη μορφή.
Υπήρξε, ωστόσο, μια στιγμή όπου για μένα αυτό συνέβη.
Ο Αγγελιαφόρος.
Εκεί η παράσταση ξαφνικά έδεσε.
Κείμενο, σώμα, ρυθμός, αφήγηση, πολιτική διάσταση, τραγικό γεγονός δεν έμοιαζαν πλέον με διαφορετικά υλικά που προσπαθούσαν να συνυπάρξουν. Έγιναν ένα σκηνικό συμβάν. Για λίγη ώρα δεν αναρωτιόμουν τι θέλει να κάνει η παράσταση. Το έκανε.
Και σκέφτηκα: αυτό θα ήθελα να δω να συμβαίνει σε ολόκληρη την παράσταση.
Ο Χορός επίσης έχει ενδιαφέρον. Υπάρχει δουλειά στα σώματα, υπάρχουν δυνατές κινητικές εικόνες, υπάρχει η απόπειρα δημιουργίας ενός συλλογικού σώματος και όχι ενός διακοσμητικού χορού γύρω από τους πρωταγωνιστές.
Αλλά και εκεί αισθάνθηκα πως βρισκόμαστε ακόμη στο πρώτο επίπεδο.
Η κίνηση έχει βρεθεί. Δεν έχει ακόμη σμιλευτεί.
Κι αυτό, τελικά, είναι το βασικό μου αίσθημα για ολόκληρη την παράσταση.
Αυτό που είδαμε δεν είναι το τέλος της δουλειάς. Είναι η αφετηρία της.
Υπάρχει μια σκηνοθετική ιδέα. Υπάρχει ένα πολιτικό ένστικτο. Υπάρχουν υλικά. Υπάρχουν σώματα. Υπάρχει ο Αισχύλος. Υπάρχει το τώρα.
Αλλά δεν έχει συμβεί ακόμη η αναγκαία χημική αντίδραση ανάμεσά τους.
Και ίσως εκεί βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον πρόβλημα των Περσών αυτών: όχι στο ότι τόλμησαν να πειράξουν τον Αισχύλο.
Αλλά στο ότι δεν τόλμησαν να τον πειράξουν αρκετά.
Γιατί αν αποφασίσεις να ανοίξεις μια ρωγμή μέσα σε ένα κλασικό κείμενο, έχεις δύο επιλογές.
Ή την κλείνεις.
Ή βάζεις το χέρι μέσα.
Και σκάβεις.
Έλενα Σταματοπούλου

Comments
Post a Comment